ΤΕΧΕΡΑΝΗ
Μπαχμάν Τζαλαλί, 2008
 
Η Τεχεράνη είναι η μεγαλύτερη πόλη του Ιράν και μια από τις μεγαλύτερες μητροπολιτικές περιοχές του κόσμου.
Για να καταλάβουμε πώς ένα χωριουδάκι στους πρόποδες της οροσειράς Αλμπόρζ γιγάντωσε με τέτοιον τρόπο θα πρέπει να γνωρίζουμε τις πολυάριθμες αναταραχές τις οποίες έζησε από τότε που ο Αγά Μοχάμεντ Χαν, ο ανηλεής ιδρυτής της δυναστείας Κατζάρ, τη διάλεξε για πρωτεύουσά του.
Τα ακόλουθα είναι μια πολύ σύντομη περιγραφή των τριών κυρίων περιόδων αλλαγής στην περίπλοκη ιστορία της πόλης.
 
 
Η Τεχεράνη υπό τους Κατζάρ
Η Τεχεράνη γίνεται πρωτεύουσα του Ιράν

Το 1794, ο Αγά Μοχάμεντ Χαν ορίζει την Τεχεράνη ως πρωτεύουσα ή Νταρ αλ Χαλάφα (Έδρα της κυβέρνησης), τίτλο τον οποίο φέρει η πόλη μέχρι την πτώση των Κατζάρ, ενάμιση αιώνα αργότερα.
Με τον διάδοχό του, τον Σάχη Φαθ Αλί, η Τεχεράνη ζει μια περίοδο ευημερίας, ενώ ο πληθυσμός της αυξάνεται. Αργότερα, κατά τη διάρκεια της μακράς και σταθερής βασιλείας του Νασρεντίν Χαν, η περαιτέρω ανάπτυξη της πόλης εκδηλώνεται σε όλες τις όψεις της ζωής της, ιδιαίτερα στον αρχιτεκτονικό σχεδιασμό και στα δημόσια έργα.

 
 
 
 

Homepage

Texts

Artists

   
 
 
 
 
 
 
Η εποχή Νασσέρι

Η Τεχεράνη στη βασιλεία του Σάχη Νασσρεντίν ανθίζει και η εντυπωσιακή της ανάπτυξη συνεχίστηκε μέχρι το τέλος της περιόδου των Κατζάρ.
Την εποχή εκείνη, η Τεχεράνη διέθετε πλήθος από διακεκριμμένες γειτονιές: την Αργκ, το Χαάλ Μεϊντάν, την Σανγκελάζ, το Μπαζάρ και πολλές ακόμη εντός των τειχών και στα περίχωρα.
Το συγκρότημα του παλατιού του Γκιουλιστάν, το κτίριο Νεγκαριστάν, το Γκασρ ε Κατζάρ, οι κατασκευές και οι κήποι στο Λαλέχ Ζαρ, το τζαμί κι ο μαντριδές Σεπαχσααλάαρ, το Νταρ ολ Φονούν (ή πολυ-τεχνική σχολή), το ανάκτορο κι ο κήπος στο Σαλτανάτ-Αμπάντ και το Μεϊντάν-ι Μασκ (Ο τόπος των παρελάσων) είναι μερικά από τα σημαντικά αρχιτεκτονικά επιτεύγματα της περιόδου Νασσέρι.
Ο Νασρεντίν Σαχ έκανε πολλά περίφημα ταξίδια στην Ευρώπη. Εντυπωσιάστηκε τόσο από όσα είδε που αποφάσισε να ευπρεπίσει την πόλη του ώστε να μπορεί να ανταγωνιστεί το Παρίσι και το Λονδίνο.
Δυστυχώς, το όραμά του περιορίστηκε στην αρχιτεκτονική κομψότητα των δυτικών προτύπων και έτσι αμέλησε να ενδιαφερθεί και να υλοποιήσει πολλές πτυχές της κοινωνικής πολιτικής υποδομών που αποτελούσαν το θεμέλιο όσων ο ίδιος θεωρούσε ευρωπαϊκή πρόοδο. Για παράδειγμα, ενώ κατασκεύασε όπως είχε τη δυνατότητα, πολυτελή και όμορφα κτίρια, όπως το εντυπωσιακό Νταουλάτ, το Καζβίν και τις πύλες Μπαχ-ι Μελί, η Τεχεράνη αναπτύχθηκε χωρίς κανονικούς δρόμους για σύγχρονα οχήματα και χωρίς αποχετευτικό δίκτυο.
Αυτό δεν σημαίνει πως δεν έγιναν προσπάθειες να βελτιωθεί η υποδομή της πόλης: υπό τη βασιλεία του Σάχη Νασρεντίν η Τεχεράνη απέκτησε ηλεκτρικό και κατασκευάστηκε σιδηρόδρομος από την Τεχεράνη ως το τέμενος του Σάχη Αμπντόλ Αζίμ. Επιπλέον και μεταξύ άλλων, η Αυτοκρατορική Τράπεζα της Περσίας άνοιξε την πύλη της στις επιχειρήσεις και ιδρύθηκαν τηλεγραφικές εταιρείες.

   
  Η εποχή Μουτζαφάρι
  Ενώ η περίοδος από την ανάρρηση του Σάχη Μουτζαφαρεντίν (Πρίγκηπας του θρόνου και διάδοχος του Νασσρεντίν) στο θρόνο ως την Συνταγματική Επανάσταση του 1905 ήταν από πολιτική άποψη μια δυναμική εποχή για τους κατοίκους της Τεχεράνης, δεν ήταν εξίσου και μια περίοδος προόδου και ανάπτυξης για την ίδια την πόλη. Η ανάπτυξη της Τεχεράνης στη δυναστεία των Κατζάρ, όσο γρήγορη κι εντυπωσιακή κι αν ήταν, ήταν σχεδόν χωρίς σχεδιασμό και σπανίως βασίστηκε σε μια λελογισμένη κατανόηση της κοινωνικής και δημογραφικής πραγματικότητας.
 
 
 
 
 
  Η εποχή των Παχλαβί
Σάχης Ρέζα
  Με την πτώση των Κατζάρ και την άνοδο στην εξουσία του Ρέζα Χαν, την επαύριο του πραξικοπήματος του 1920, η χώρα και η πρωτεύουσά της, η Τεχεράνη, μπήκαν σε μια νέα ιστορική φάση με ολότελα καινούργια όψη –σε μια εποχή που έσφιζε από δυναμισμό και ενέργεια.
Υπό τον Ρέζα, πλέον Σάχη και παντοδύναμη κεφαλή του κράτους, η παραμικρή πτυχή της ιρανικής ζωής άλλαξε στο όνομα του εκσυγχρονισμού και της προόδου.
Τη δεκαετία του 1920, το Ιράν, μολονότι επισήμως ήταν ουδέτερη χώρα, αναγκάστηκε να πάρει θέση σε έναν κόσμο έντονων διεθνών συγκρούσεων και πόλωσης. Για πολλούς λόγους, η έμφαση του νέου καθεστώτος στο μεγαλείο της αρχαίας περσικής και άριας κληρονομιάς μεταφράστηκε σε γενική συμπάθεια για το αναδυόμενο Ράιχ. Η φιλογερμανική πολιτική της κυβέρνησης του Σάχη Ρέζα σήμαινε την παρουσία και τη συμμετοχή γερμανών συμβούλων, μηχανικών και σχεδιαστών σε όλες τις όψεις της πορείας για την πρόοδο. Ένα γεγονός που διαπιστώνεται άμεσα στην αρχιτεκτονική κληρονομιά της εποχής.
Νέες υφολογικές τάσεις στην αρχιτεκτονική και μοντέρνες συμεπριφορές ως προς τον αστικό σχεδιασμό μεταμόρφωσαν την εξωτερική όψη της πόλης που πλέον είχε έναν πληθυσμό της τάξης των 880.000 κατοίκων.
Ανοίχτηκαν νέοι δρόμοι και λεωφόροι και κατασκευάστηκαν τεράστια κτίρια για να στεγάσουν την ολοένα αυξανόμενη γραφειοκρατία. Το υποδειγματικό επίτευγμα της εποχής, το ολοκαίνουργιο εθνικό σιδηροδρομικό δίκτυο χρειαζόταν έναν ανάλογα περήφανο κόμβο στην πρωτεύουσα και έτσι αναγέρθηκε ο καινούργιος κεντρικός σταθμός, ακολουθώντας τη νέα εθνική τεχνοτροπία, και κατασκευάστηκε η λεωφόρος Παχλαβί, μήκους 18,5 χμ. η οποία συνέδεσε τoν σταθμό με την πλατεία Ταρίς στους πρόποδες των πελώριων βουνών στα βόρεια άκρα της Τεχεράνης.
Ο εκσυγχρονιστικός λεβιάθαν του Σάχη Ρέζα δεν έβλεπε με πολύ καλό μάτι τους προγόνους του της εποχής των Καtζάρ και στο όνομα της προόδου κατέστρεψε τα έργα τους. Ανάμεσά τους και τις δώδεκα όμορφες πύλες της πόλης και το μεγαλοπρεπές θολωτό αμφιθέατρο το Τεκίγιε γιε Νταουλάτ.
   
   
   
  Σάχης Μοχάμαντ Ρέζα
  Οι σύμμαχοι εισέβαλαν στο Ιράν το 1941 για μια σειρά πολιτικών και στρατηγικών λόγων, αλλά κυρίως για να τροφοδοτήσουν τους ρώσους με το ζωτικό υλικό που χρειάζονταν για να αναχαιτίσουν τα γερμανικά στρατεύματα στο Ανατολικό Μέτωπο. Κατέλαβαν τη χώρα, ανέτρεψαν και εξόρισαν το Σάχη και ενθρόνισαν τον νεαρό του γιο.
Ο Σάχης Μοχάμαντ Ρέζα βασίλευσε στο Ιράν για 37 χρόνια γεμάτα περιπέτειες οι οποίες κορυφώθηκαν με τις ταραχώδεις εξεγέρσεις της Ισλαμικής Επανάσταση το 1979.
Τα πρώτα χρόνια του νέου καθεστώτος ήταν, για να το πούμε ήπια, αρκετά ταραγμένα. Αλλά μετά από ένα ακόμη διαβόητο πραξικόπημα το 1954, ακολούθησε μια περίοδος πολιτικής και οικονομικής σταθερότητας. Οι τιμές του πετρελαίου ανέβηκαν στα 30 δολάρια το βαρέλι και στη χώρα έρρευσαν τεράστια κεφάλαια. Δυστυχώς τα χρήματα δεν ξοδεύτηκαν συνετά, κυρίως εξαιτίας των άλυτων κοινωνικών και πολιτικών εντάσεων, των μηχανορραφιών του Ψυχρού Πολέμου, της διαφθοράς και της έλλειψης σχεδιασμού. Η χώρα δεν διέθετε αρκετά εξειδικευμένα στελέχη και επαγγελματίες και της έλλειπε ένα κατάλληλα εκπαιδευμένο εργατικό δυναμικό για να εκμεταλλευτεί πλήρως τον δημοσιονομικό της πλούτο.
Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα την άνιση ανάπτυξη και την οικονομική ψαλίδα ανάμεσα στις πάνω από 60.000 αγροτικές κοινότητες και τα μεγάλα αστικά κέντρα –ιδίως την Τεχεράνη.
Ο αγροτικός πληθυσμός μετανάστευσε μαζικά στην πρωτεύουσα και ο πληθυσμός της πόλης διογκώθηκε. Όλο και περισσότερα αυτοκίνητα ξεχύνονταν σε όλο και περισσότερους αυτοκινητόδρομους, νέες πολυκατοικίες και κτίρια γραφείων φύτρωναν και σε μία σχεδόν νύχτα εμφανίστηκαν καινούργιες γειτονιές σε ολόκληρη την πόλη.
Οι ωδίνες αυτής της τόσο βίαιης και απρόβλεπτης μεταμόρφωσης είχαν σαν αποτέλεσμα να χάσει η πόλη ένα μεγάλο μέρος του αρχιτεκτονικού της χαρακτήρα και να γίνει μια πόλη με μια τεράστιου εύρους κρίση ταυτότητας.
   Η Τεχεράνη μετά την επανάσταση

Η εποχή των Παχλαβί τελείωσε βίαια με την Ισλαμική Επανάσταση του 1979 και, ενώ το έθνος προσπαθούσε ακόμη να συμβιβαστεί με αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός, ξέσπασε ο αιματηρός οκταετής πόλεμος του Ιράν-Ιράκ ο οποίος είχε τεράστιες επιπτώσεις για την Τεχεράνη.
Η πλημμυρίδα των προσφύγων από τις περιοχές που είχαν πληγεί από τον πόλεμο επηρέασε όλες τις κοινωνικές και εξωτερικές όψεις της πόλης και η μεταπολεμική περίοδος ανάκαμψης επέτεινε το εκτεταμμένο αστικό χάος και αλλοίωσε τον χαρακτήρα της πόλης σε βαθμό που δεν αναγνωρίζεται πια.
Δεν είναι πλέον μια γραφική, φιλική μικρή πόλη με καλοφτιαγμένα κτίρια και δεντροφυτεμένες λεωφόρους και την μεγαλοπρεπή χιονόσκεπη βουνοκορυφή Τοχάλ στο βάθος.
Η Τεχεράνη είναι μια πόλη εκατομμυρίων· είναι ένας αχταρμάς από αναρίθμητα ψηλά κτίρια τα οποία εμπνέονται υφολογικά από κάθε γωνία του πλανήτη.
Δύο με δυόμιση εκατομμύρια αυτοκίνητα και ενάμιση εκατομμύρια μοτοσυκλέτες κυκλοφορούν σε ολόκληρη την πόλη πραγματοποιώντας δεκαοκτώ εκατομμύρια εσωτερικές μετακινήσεις, οι οποίες φέρνουν σε απόγνωση τους υπευθύνους και προκαλούν κρίσιμα επίπεδα ατμοσφαιρικής ρύπανσης και κυκλοφοριακής συμφόρεσης.
Ακόμη κι αν κάποιος ήθελε να μαζέψει όλη του την ενέργεια και να προσπαθήσει να θυμηθεί τα όμορφα βουνά θα ήταν δύσκολο να τα διακρίνει πίσω από το πέπλο του νέφους το οποίο κρέμεται απειλητικά πάνω από την πόλη.
Η ασυλλόγιστη κατανάλωση καυσίμων, ένα αποκαρδιωτικό και αποπνιχτικό κυκλοφοριακό πρόβλημα και ένας πληθυσμός απρόθυμος να συμμορφωθεί με τους κανονισμούς, αν τους γνωρίζει καν, κάνουν την Τεχεράνη μια πόλη μαρτύριο.
Η εισροή των μεταναστών που αναζητούν δουλειά και καλύτερες οικονομικές ευκαιρίες –νομικές ή άλλες- έχει ενταθεί, ενώ ο πληθωρισμός και οι τιμές των ακινήτων συνεχίζουν να εκτινάσσονται απρόβλεπτα σε δυσθεώρατα ύψη.
Η Τεχεράνη είναι μια πόλη σε πολλά επίπεδα. Κρυμμένα επίπεδα. Πολλά συμβαίνουν στην πόλη πίσω από κλειστές πόρτες, πέρα από κάθε πρόσβαση, υπογείως.
Υπόγειες τελετές γάμων, υπόγειες συναυλίες, υπόγεια πάρτυ, υπόγειες εκθέσεις, υπόγειες επιδείξεις μόδας, υπόγεια τα πάντα.
Η ζωή στην Τεχεράνη δεν είναι εύκολη. Θα μπορούσε να πει κανείς πως οι αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης και η άνεση ήταν σπανίως το πρώτο μέλημα ή έστω μια παράμετρος των αποσπασματικών και διακεκομμένων προσπαθειών για το σχεδιασμό της ανάπτυξής της.
Κι όμως, όπως πολλές μητροπολιτικές περιοχές στον κόσμο, η Τεχεράνη ασκεί μια παράδοξη και έντονη έλξη σε όσους τολμήσουν να υπομείνουν τις ταλαιπωρίες της ζωής σε μια γιγαντιαία πόλη, καθιστώντας έτσι δύσκολη την απόφαση να ζήσει κανείς αλλού με λιγότερες προκλήσεις.