To Λιοντάρι κάτω από το ουράνιο τόξο, σύγχρονη τέχνη από την Τεχεράνη                                                        
To Λιοντάρι κάτω από το ουράνιο τόξο, σύγχρονη τέχνη από την Τεχεράνη
                                                                                                          
 
 
                     Αλέξανδρος Γεωργίου    
 
 
 
                                          
 
                                                                                       
Καθώς δεν είμαι επιμελητής, νιώθω λίγο αμήχανα γράφοντας αυτήν την εισαγωγή. Μπορώ μονάχα να εξηγήσω για
ποιο λόγο θεωρώ, ως καλλιτέχνης κι εγώ, ότι είναι τόσο σημαντική αυτή η προσπάθεια διοργάνωσης μιας έκθεσης με
καλλιτέχνες που ζουν και εργάζονται στην Τεχεράνη.
Έζησα στη Νέα Υόρκη από το 1996 έως το 2003, όπου έφτασα σε ένα σημείο βαθιάς κατάθλιψης και αποφάσισα να
μετακομίσω πίσω στην Ελλάδα. Η αιτία της κατάθλιψής μου δεν ήταν από καμία άποψη πρωτότυπη. Νομίζω πως
«ξύπνησα» όταν έπεσαν οι δίδυμοι πύργοι και όλα όσα ακολούθησαν την τραγωδία με έκαναν να αντιληφθώ ότι ο
βασικός λόγος για τον οποίον η Δύση είχε τόσα πολλά να μου προσφέρει ήταν το γεγονός πως είχε καταστρέψει
πολλές χώρες σε ολόκληρον τον κόσμο, ενώ προσπαθούσε να κερδίσει πλούτο και εξουσία. Δεν μπορούσα να
ευχαριστηθώ τίποτε πια και μια μέρα αίφνης έφυγα για την Ινδία. Εκεί ανακάλυψα πως τελικά η πνευματικότητα
υπάρχει και πως μπορεί να προσφέρει ευτυχία η πίστη σε κάτι που δεν είναι υλικό. Ξέρω πως αυτό ακούγεται κάπως
τυχαίο, είναι όμως η αλήθεια. Όταν έφυγα για πρώτη φορά στην Ινδία, δεν ήξερα τι είναι ο ινδουισμός ούτε γνώριζα
καν πώς ήταν το σχήμα της χώρας. Φτάνοντας όμως εκεί ανακάλυψα πως πολλές από τις βασικές τους αντιλήψεις
ήταν πεποιθήσεις που είχα κι εγώ από χρόνια, χωρίς να γνωρίζω πως υπήρχε ένα πανάρχαιο σύστημα σκέψης που
υποστήριζε και εξηγούσε το δικό μου.
Ειδικά στο Βαρανάσι, την ιερή πόλη του Σίβα, εκεί όπου ο Γάγγης λατρεύεται ως θεά, ένιωσα για πρώτη φορά πως
θα έπρεπε να προσπαθήσω να επικοινωνήσω αυτή την αίσθηση πνευματικότητας και να μεταδώσω την αντίληψη
πως ό,τι τα εξελιγμένα μας μάτια θεωρούν αρνητικό μπορεί στην πραγματικότητα να είναι πολύ θετικό και πως ένα
σημαντικό μέρος όσων θεωρούμε καλά και ωφέλιμα οδηγούν τον πλανήτη στο τέλος του. Για παράδειγμα, η ιδέα
πως ένα ποτάμι μπορεί να είναι θεά ακούγεται αστεία και «αφελής» στο δυτικό νου, αλλά στην πραγματικότητα είναι
χίλιες φορές καλύτερο να είσαι εραστής του ποταμού και να λατρεύεις τη φύση από ό,τι το αυτοκίνητό σου ή το
τελευταίο σου τεχνολογικό γκάτζετ. Γιατί, αν κοιτάξεις γύρω σου, θα καταλάβεις πως όλα τα τελευταία σου υπερμοδάτα
αντικείμενα ή το καινούργιο σου αυτοκίνητο δεν πρόκειται ούτε εσένα ούτε κανέναν άλλον να κάνουν πραγματικά
ευτυχή. Κολυμπώντας όμως στα νερά μιας θεάς μπορεί να έχει θαυμαστά αποτελέσματα. Ο σκεπτικιστής που διαβάζει
τις γραμμές αυτές είμαι σίγουρος πως θα χαμογελάσει, πιστεύοντας πως πρόκειται για μια αφελή και ρομαντική ιδέα,
αντίθετα όμως, δεν υπάρχει τίποτε ρομαντικό στην ιδέα πως ένα ποτάμι μπορεί να είναι Θεά και πως η μεγαλοσύνη
της φύσης κάνει όλες μας τις δημιουργίες να φαίνονται ελάχιστες: αυτή είναι η αλήθεια και έχουμε χάσει τη δυνατότητα
να βλέπουμε τις απλές αλήθειες που διαθέτουν ιαματικές δυνάμεις. Ενώ ολόκληρος ο πλανήτης βράζει, ελάχιστοι
παράφρονες άνθρωποι έχουν συγκεντρώσει όλο τον πλούτο και, δέσμιοι της απληστίας, δεν τον αφήνουν από τα
χέρια τους και η τέχνη, δυστυχώς, αποτελεί το τέλειο στολίδι αυτής την καταστροφικής φάρσας, γιατί αντί να ανοίγει
το μυαλό των ανθρώπων και να τους φέρνει σε επαφή με τα συναισθήματά τους, έχει γίνει μια συναρπαστική κούρσα
αλόγων στην οποία επενδύονται εκατομμύρια δολάρια.

Με όλες αυτές τις σκέψεις στο μυαλό μου, προσπαθώντας να βρω τρόπο να ανοίξω διάλογο με την παρούσα
κατάσταση μέσα από τη δουλειά μου, προσπαθώντας να κοινωνήσω την αίσθηση αυτή, μιας πιο πνευματικής
προσέγγισης στη ζωή, που είχα νιώσει στο Βαρανάσι, ενώ κολυμπούσα στα ιερά νερά του Γάγγη, ζήτησα το 2005 από κάποιους ανθρώπους που υποστηρίζουν την τέχνη να χρηματοδοτήσουν ένα ταξίδι από την Αθήνα στο Βαρανάσι. Η ιδέα
ήταν ότι κάθε μία ή κάθε δύο ημέρες θα δημιουργούσα και θα ταχυδρομούσα στους ανθρώπους που χρηματοδοτούσαν το
πρότζεκτ κάτι που θα έβρισκα συγκινητικό. Ταξίδεψα με λεωφορεία και τρένα και διέσχισα τα σύνορα της Τουρκίας, του
Ιράν και του Πακιστάν. Το ταξίδι διήρκεσε τεσσερισήμισι μήνες, τους δυόμισι από τους οποίους τους πέρασα στο Ιράν και
κυρίως στην Τεχεράνη.

Στην Τεχεράνη έκανα τα πιο ενδιαφέροντα έργα και ερωτεύτηκα τους λεπτούς τρόπους και την καλλιέργεια των Ιρανών
που γνώρισα. Καθώς όσο ήμουν στη Νέα Υόρκη είχα ακούσει από τις ειδήσεις μόνον τα χειρότερα για το Ιράν, είχα μια
πολύ παραμορφωμένη εντύπωση για τη χώρα. Νόμιζα πως θα ήταν πολύ επικίνδυνη και βίαιη και είχα αποφασίσει να τη
διασχίσω όσο πιο σύντομα γινόταν. Ωστόσο, όσο ήμουν εκεί, ένιωσα για πρώτη φορά το μέγεθος της πλύσης εγκεφάλου
και της προπαγάνδας που είμαστε υποχρεωμένοι να υπομένουμε εξαιτίας των λίγων αυτών ανθρώπων που ελέγχουν τις
μεγάλες εταιρείες των μίντια. Τη ζημιά που κάνουν στο μυαλό μας, μπορεί κανείς να τη φανταστεί μόνον αν πάει εκεί και
αποκτήσει προσωπική εμπειρία. Ήμουν θυμωμένος και ήθελα κάτι να κάνω γι’ αυτή την κατάσταση, αλλά τι;
Πήρα μια πιθανή απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση όταν είδα τη βίντεο περφόρμανς του Ματζίντ Μα’σουμί Ραντ. Στεκόταν
σε ένα γραφείο και πυροβολούσε με μια καραμπίνα τις φωτογραφίες των φίλων, των συγγενών, νομίζω της φιλενάδας
του, του διευθυντή του μουσείου και άλλων. Η κάμερα ήταν πίσω του και άκουγες τη φωνή του ενώ μιλούσε ακατάπαυστα
για κάτι – δεν έχω ιδέα για τι, ήταν στα φαρσί. Ρώτησα και μου είπαν πως κυρίως παραπονιόταν για τον τρόπο που του
είχαν φερθεί. Αυτή η βίντεο περφόρμανς διέθετε σπάνια αθωότητα και αληθινό κουράγιο και κίνησε την περιέργειά μου
για την καλλιτεχνική παραγωγή της Τεχεράνης. Είδα μερικές ακόμη εκθέσεις, όχι όμως αρκετές για να διαμορφώσω μια
ικανοποιητική εντύπωση. Εκείνη την εποχή ήμουν ιδιαίτερα απασχολημένος με τη δική μου δουλειά αλλά σκέφτηκα πως
στο μέλλον θα έπρεπε οπωσδήποτε να προσπαθήσω να επιστρέψω ειδικά γι’ αυτόν το λόγο: για να διερευνήσω καλύτερα
το χώρο και ενδεχομένως να διοργανώσω, στην Αθήνα αρχικά και στις ΗΠΑ αργότερα, μια έκθεση με έργα καλλιτεχνών
που ζουν και εργάζονται στην Τεχεράνη.
Δύο χρόνια αργότερα, το καλοκαίρι του 2007, με την ενθάρρυνση του Γιώργου Δραγώνα, ο οποίος πίστευσε στο πρότζεκτ
αυτό από την αρχή και είναι στην πραγματικότητα ο άνθρωπος πίσω από την πραγματοποίηση αυτής της έκθεσης,
επέστρεψα. Επέστρεψα σε ένα πολύ διαφορετικό Ιράν από αυτό που είχα αφήσει το 2005. Δεν θα επιχειρήσω να αναλύσω
τις διαφορές. Θα αναφέρω μόνον ότι σε δύο χρόνια η οικονομία είχε επιδεινωθεί πολύ και οι άνθρωποι στην Τεχεράνη
έμοιαζαν πολύ περισσότερο νευρικοί και λυπημένοι από πριν. Κι όμως, παρά τη θλίψη, την κατεστραμμένη οικονομία
και την έλλειψη ελευθερίας, οι άνθρωποι που γνώρισα στην Τεχεράνη φαίνονταν περισσότερο ευτυχισμένοι, ευγενικοί κι
ανθρώπινοι από τον μέσο Αθηναίο, για παράδειγμα. Οι γυναίκες στο Ιράν οφείλουν να έχουν τα μαλλιά τους καλυμμένα και
καλυμμένο το σώμα τους με έναν τρόπο που να μη διαγείρει τον πόθο και όλο αυτό εμένα μου φαινόταν ένας παράλογος
περιορισμός της ελευθερίας, κι όμως όταν ζούσα στη Νέα Υόρκη δεν είχα δει ποτέ πιο δυστυχισμένες γυναίκες από τις
Αμερικανίδες. Είχαν αποδεχτεί τη μοίρα τους χωρίς να την αμφισβητούν, γιατί υποτίθεται πως αυτή ήταν η «ελεύθερή
τους επιλογή» και αυτό τις έκανε λιγότερο υποψιασμένες και περισσότερο παγιδευμένες. Όταν βλέπεις την καταπίεση με
απτή μορφή είναι πιο εύκολο να της αντισταθείς πνευματικά, όταν όμως νομίζεις ότι είσαι ελεύθερος και η καταπίεση είναι
μεταμφιεσμένη σε ελευθερία, τότε είναι πολύ πιο δύσκολο να αντισταθείς ή ακόμη και να έχεις συνείδηση ότι καταπιέζεσαι.
Οι παρατηρήσεις αυτές με έκαναν να αναρωτηθώ για την κυρίαρχη άποψη ότι οι γυναίκες υπό τον ισλαμικό νόμο
υποφέρουν περισσότερο από τις «ελεύθερες» γυναίκες της Δύσης, γιατί όλοι υποφέρουμε με διαφορετικούς τρόπους.

Οι θρησκευτικοί κανόνες και οι περιορισμοί της ελευθερίας μπορεί σε μερικές περιπτώσεις να φέρνουν περισσότερη
ευτυχία και αυτό που λησμονούμε συνέχεια είναι πως τα πράγματα δεν έχουν μόνο μία όψη. Δυστυχώς στις ημέρες
μας η ευτυχία δεν είναι πλέον τόσο σημαντική, η ευτυχία έχει γίνει μια τόσο πολυχρησιμοποιημένη λέξη που κανείς δεν
της δίνει προσοχή ούτε σκέφτεται πραγματικά τι σημαίνει. Κι όμως, όλοι ξέρουμε αν είμαστε ευτυχισμένοι και ξέρουμε
ακριβώς τι συμβαίνει στην ψυχή μας, ακόμη κι όταν επιλέγουμε να αδιαφορούμε για αυτήν. Η ευτυχία είναι το μόνο που
αξίζει σε αυτήν τη χωρίς νόημα ζωή και είναι το μόνο πράγμα για το οποίο αξίζει να ζούμε.
Αλλά μου φαίνεται ότι έχω βγει εκτός θέματος, επιτρέψτε μου να επανέλθω: επέστρεψα λοιπόν στην Τεχεράνη το
καλοκαίρι του 2007 για να μείνω ενάμιση μήνα και να ερευνήσω την παραγωγή της σύγχρονης τέχνης. Επισκέφθηκα
πρώτα το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης και με τη βοήθεια του Χαμίντ Σεβερί, επικεφαλής του τμήματος έρευνας, απέκτησα
πρόσβαση στα αρχεία τους. Πρόθεσή μου ήταν να κάνω μια προσωπική έρευνα και ήθελα να αφήσω το υλικό να
με οδηγήσει στις επιλογές μου. Θεώρησα, για παράδειγμα, πως αν τα έργα δεν μου φαίνονταν ενδιαφέροντα, θα
επέστρεφα στην Ελλάδα και θα πήγαινα διακοπές με τους φίλους μου (βρισκόμασταν στο κάτω κάτω στη μέση του
καλοκαιριού). Αντίθετα όμως, τα έργα με γέμισαν με τόση ευτυχία που ξέχασα εντελώς το γαλάζιο Αιγαίο πέλαγος.
Υπέφερα καθημερινά από τις εικόνες των δημόσιων απαγχονισμών στις εφημερίδες (μια μόδα του καλοκαιριού του
2007 που ευτυχώς απαγορεύτηκε την ίδια χρονιά) και πέρασα 45 ημέρες επισκεπτόμενος καθημερινά τέσσερα με πέντε
εργαστήρια καλλιτεχνών που είχα επιλέξει από τα αρχεία του μουσείου. Όταν όμως άρχισαν να μου συστήνουν στους
φίλους τους, κατάλαβα πως είχα διαλέξει ανθρώπους από διαφορετικές ομάδες και πως πολλές από τις ομάδες αυτές
γνωρίζονταν ελάχιστα μεταξύ τους (η Τεχεράνη είναι μεγάλη). Παρ’ όλη τη ζέστη και τη σκληρή δουλειά, η ανακάλυψη
ζωηρών, έξυπνων, τολμηρών, τίμιων και ελεύθερων πνευμάτων με γέμιζε με χαρά. Παρατήρησα πως είχα επιλέξει έργα
διαφορετικών γενεών και καλλιτέχνες διαφορετικών μέσων. Αφού ξανακοίταξα τα έργα που είχα επιλέξει, διαπίστωσα
επίσης πως σε όλα υπήρχε ένα στοιχείο που πήγαινε πέρα από το ρεαλισμό και πως τα έργα αυτά δεν ήταν σε καμία
περίπτωση τα έργα «καταπιεσμένων» ανθρώπων. Τα έργα αποκάλυπταν ευαισθησία και πνευματική ελευθερία τις
οποίες εξέφραζαν με εκλεπτυσμένο τρόπο που διέθετε συχνά αιχμηρή αίσθηση του χιούμορ (όπως στην περίπτωση,
για παράδειγμα, του «Σύγχρονου Χριστού»).
Ονόμασα την έκθεση «Το Λιοντάρι κάτω από το ουράνιο τόξο, σύγχρονη τέχνη από την Τεχεράνη». Δανείστηκα τον τίτλο
από έναν πίνακα του Βαχίντ Σαριφιάν και διάλεξα αυτό το όνομα αρχικά γιατί το λιοντάρι είναι ένα ισχυρό σύμβολο της
αρχαίας Περσίας και παραμένει ακόμη σύμβολο του μεγαλείου της περσικής ταυτότητας. Κρύβεται ωστόσο κάτω από το
ουράνιο τόξο. Η ευτυχία μοιάζει να το περιμένει κάπου πέρα από το ουράνιο τόξο, μόνον που πρόκειται για ένα δυτικό
είδος ευτυχίας. Εδώ το λιοντάρι, με όλη τη δύναμή του βρίσκεται κάτω από το ουράνιο τόξο, σαν να βρισκόταν κάτω
από μια γέφυρα ή ένα καταφύγιο χωρίς να έχει πρόσβαση στην άλλη άκρη. Ο καθένας μπορεί να ερμηνεύσει τις εικόνες
όπως νομίζει. Αλλά ο ισχυρότερος λόγος για τον οποίον επέλεξα αυτόν τον τίτλο ήταν τα ίδια το έργα της έκθεσης που
έχουν ένα φανταστικό στοιχείο, κάτι που αποκαλύπτει μια απρόσμενα διαφορετική προοπτική. Είναι επίσης σημαντικό
να επισημάνω πως αυτή είναι σύγχρονη τέχνη από την Τεχεράνη. Η Τεχεράνη δεν αντιπροσωπεύει απόλυτα το Ιράν.
Έχει το δικό της χαρακτήρα και τα έργα που παράγονται εκεί έχουν επίσης τη δική τους ταυτότητα. Η επιλογή των
έργων είναι προσωπική και πιστεύω οτι προσφέρουν ένα όραμα αλήθειας, θάρρους και ελπίδας.

                                                                                                                
                            Αλέξανδρος Γεωργίου 2008                                                                   

 

Homepage

Texts

Artists